Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ"

Ο Πέτρος, ο «λύκος» και η κρίση

Στις 22/02/2012, νωρίς το απόγευμα, όλα είχαν τελειώσει ανάμεσα στον Πέτρο Κωστόπουλο και στην IMAKO Media S.A. Ανεξάρτητα από την τυπική διάλυση της εκδοτικής εταιρείας και το δικαστικό σίριαλ που θα ακολουθήσει, η ΙΜΑΚΟ τελείωσε την ηµέρα που ο ιδρυτής της, µόνος στη µέση του άδειου πια γραφείου του, αγκάλιαζε έναν έναν τους πιο οικείους από τους εργαζόµενους που είχαν αποµείνει.


Εκείνη την ηµέρα, όποιος περνούσε το κατώφλι αυτού του γραφείου, που λεηλατήθηκε εν µέσω του πανικού που δηµιούργησε µια τραγελαφική επιχείρηση κατάσχεσης την προηγούµενη ηµέρα, έµπαινε µπερδεµένος και έβγαινε δακρυσµένος. Ο Πέτρος Κωστόπουλος, είτε όπως τον φαντάζεται κανείς χωρίς να τον έχει γνωρίσει ποτέ είτε όπως ήταν στην πραγµατικότητα, εκείνη την κρύα και βροχερή Τετάρτη είχε την όψη ενός ανθρώπινου ράκους.
Βαριά ατμόσφαιρα
Οση απόγνωση, πίκρα ή οργή είχε µαζέψει κάποιος µέσα του τους τελευταίους µήνες της αποσύνθεσης αυτής της εταιρείας, το να επιχαίρει για την κατάρρευση του «αφεντικού» δεν ήταν η αυτονόητη επιλογή εκείνης της στιγµής. Φυσικά, οι παριστάµενοι υπάλληλοι δεν διετέλεσαν συνέταιροί του.
Με τον Πέτρο Κωστόπουλο, όµως, µοιράστηκαν ένα µέρος της ζωής τους, ως εργαζόµενοι, βέβαια, στα Μέσα της ΙΜΑΚΟ. Οπότε, το να βλέπει κανείς τον εργοδότη του να δυσκολεύεται να σταθεί όρθιος απέναντί του, στιγµές στιγµές να χάνει τα λόγια του και να συγκρατείται οριακά πριν ξεσπάσει σε λυγµούς, µεταφέρει ένα ψυχικό κόστος ακόµη και σε όσους δεν είχαν την παραµικρή συναισθηµατική ανάµειξη µε το περιβάλλον της εργασίας τους. Με άλλα λόγια, η συντριβή του Πέτρου Κωστόπουλου και η δηµόσια έκθεσή της δεν ήταν επώδυνη µόνο για τον ίδιον. Η έκφραση «από εδώ και πέρα θα µε κυνηγήσουν µέχρι να πατήσω µαύρο χιόνι» δεν είναι από αυτές που ξεχνιούνται εύκολα.

Η ατµόσφαιρα στη διάρκεια αυτής της τελευταίας και πιο δραµατικής οµιλίας του Κωστόπουλου στην ΙΜΑΚΟ δεν ήταν απλώς φορτισµένη. Η αίσθηση του τέλους είχε ισοπεδώσει το ηθικό των ανθρώπων, που εκτός των ατοµικών τους οικονοµικών προβληµάτων και της αγωνίας για την επόµενη δουλειά σε µια ζοφερή συγκυρία, ο καθένας είχε να διαχειριστεί και την πίεση για το άµεσο µέλλον της παραπαίουσας εταιρείας.
Ο Κωστόπουλος είχε µόλις δηλώσει: «Λυπάµαι, δεν µπορώ να σας αποζηµιώσω, δεν έχω καµία περιουσία πλέον, µόνο χρέη. Το µόνο που µπορώ να κάνω είναι να σας παραχωρήσω οτιδήποτε έχει ακόµη αξία από την ΙΜΑΚΟ ώστε να εκποιηθεί για λογαριασµό των εργαζοµενων. Ετσι, όσα χρήµατα αποκοµίσετε θα µπορέσετε να τα µοιραστείτε µεταξύ σας». Και, βρίσκοντας ξαφνικά στον θυµό του τη δύναµη να φωνάξει, είπε ότι «η αγορά µας χρωστάει όσα χρωστάµε. Εάν πληρωνόµασταν όπως έπρεπε, δεν θα είχαµε φτάσει ώς εδώ. Αυτή είναι η ειρωνία».

To «εδώ που φτάσαµε» για την ΙΜΑΚΟ του 2012 εικονογραφείται τραγικά –και σε απόλυτη απαξίωση για µια εταιρεία που, αν µη τι άλλο, έχει µηδενικά χρέη προς το ∆ηµόσιο ύστερα από 17 χρόνια λειτουργίας– µε ένα αποτύπωµα παπουτσιού: Ο υπερβάλλων ζήλος κάποιου, υπό το πρόσχηµα µιας αίτησης κατάσχεσης, παραβίασε µε µια κλωτσιά την πόρτα στο γραφείο του Πέτρου Κωστόπουλου.
Ανάµεσα σε αυτή την πατηµασιά και στο δελτίο κυκλοφορίας του περιοδικού «Nitro», το οποίο το 1999 δεν ανέγραφε λιγότερα από 100.000 πωληθέντα τεύχη µηνιαίως, κάτι θα πρέπει να πήγε στραβά - πολύ στραβά, όµως. Θα µπορούσε κανείς να γράψει πολλά για την «περίπτωση Κωστόπουλου», για έναν άνθρωπο που προβλήθηκε, γοήτευσε, επηρέασε, πέτυχε και απέτυχε, αλλά ποτέ δεν κρύφτηκε.

Ο Πέτρος Κωστόπουλος δεν ανήκει καν στην κατηγορία εκείνων που είτε τους λατρεύεις είτε τους µισείς. Περίπλοκος και αντιφατικός χαρακτήρας, προκαλεί εξίσου αντιφατικά συναισθήµατα. Κατά κανόνα τον αγαπάς και δεν θέλεις να τον ξέρεις ταυτόχρονα - µολονότι αυτή η σύγχυση που προκαλεί είναι µέρος του αλλόκοτου µαγνητισµού που ασκεί στους γύρω του. Κι επίσης, είχε όνειρα και ήξερε πώς να τα εκπληρώνει. Ισως πολλά από αυτά να ήταν ρηχά, κενά ή µάταια -ακόµη και απεχθή για κάποιους.

Το ρητό του «η ζωή είναι πολύ µικρή για να είναι θλιβερή» ίσως να ισχύει, ίσως και όχι. Πιο ασφαλές, πάντως, φαίνεται το συµπέρασµα πως η ζωή είναι πολύ µεγάλη για να επιτρέπει µόνο µία ερµηνεία στα όνειρα και τις δηµιουργίες οποιουδήποτε. Σε αυτήν τη λογική εντάσσεται σαφώς και αυτό που θα έλεγε ο ίδιος ο Κωστόπουλος, «ποτέ δεν θα πεθάνουµε, κουφάλα νεκροθάφτη».
Αλλαξε για πάντα της αισθητική του Τύπου στην Ελλάδα


Πριν από περίπου έναν χρόνο, τον Μάιο του 2011, ο Π. Κωστόπουλος αιφνιδίασε ακόµη και τους άµεσους συνεργάτες του επιλέγοντας, για πρώτη και µοναδική φορά, τον εαυτό του για το εξώφυλλο του «Nitro» – όπως δεν είχε εµφανιστεί ποτέ πριν. Σε µια µακρά εξοµολόγηση, ο Κωστόπουλος παραδεχόταν εν βρασµώ «ήµουν κι εγώ µαλ...». Αυτοσαρκαζόταν αλλά όχι χωρίς νόηµα. Τελικά, αντίθετα από τη δηµόσια εικόνα του, που ξεχείλιζε από αυτοπεποίθηση και τον χαρακτηριστικό, σχεδόν αγοραίο «τσαµπουκά», ήταν δυνατόν να λυγίσει.
Στο εξοµολογητικό του σόλο, ο Κωστόπουλος έκανε µια αναδροµή σε όσα τον έφεραν σε δεινή θέση. Μίλησε για σφάλµατα σε βάθος χρόνου, σωρευτικά και δεν αφορούσαν µόνο την επιχειρηµατική του ιδιότητα. Η ορθή του κρίση θόλωσε από τη µέθη του «bigger is better», του χρηµατιστηριακού ράλι και των εξωφρενικών ποσών που ήταν στην ηµερήσια διάταξη την περίοδο 1998-2000. Η ΙΜΑΚΟ εισήχθη στο Χρηµατιστήριο το 2000, ακριβώς όταν άρχιζε η κάµψη.

Ο Κωστόπουλος κατείχε τότε το 52% των µετοχών, κάτι που τον έκανε να πιστέψει ότι αυτοµάτως η περιουσία του ήταν όση και η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας του. Ετσι, απέρριψε προτάσεις εκχώρησης ποσοστού στην ΙΜΑΚΟ παρότι τα ποσά που αναφέρονταν ήταν της τάξης των 20 δισ. δραχµών. Η απληστία δεν ήταν επ' ουδενί ο κρυφός σύµβουλος των αποφάσεών του. Ηταν µια αχαλίνωτη αισιοδοξία, ότι θα µπορούσε να δηµιουργήσει έναν ελληνικό κολοσσό ΜΜΕ.
Ετσι, στην αρχή του 2001, προσέλαβε 100 και πλέον άτοµα για να εργαστούν σε µια θυγατρική, πρότυπη επιχείρηση διαδικτυακών υπηρεσιών. Η επένδυση ήταν τολµηρή για τα δεδοµένα της εποχής, τότε που η διάδοση του Ιντερνετ στην Ελλάδα βρισκόταν σε νηπιακή φάση. Σύντοµα η Powernet µετατράπηκε σε µια αλγεινή ανάµνηση, οι υπάλληλοι απολύθηκαν και οι ζηµίες έφεραν κλυδωνισµούς σε ολόκληρη την εταιρεία.

Ο Κωστόπουλος είχε κωδικοποιήσει εκείνη την περίοδο των υπέρµετρων επιχειρηµατικών φιλοδοξιών ως τη φάση «Γκόρντον Γκέκο», χλευάζοντας τον εαυτό του, που πίστεψε ότι ζει τον ρόλο του Μάικλ Ντάγκλας στην ταινία «Γουόλ Στριτ» -αλλά προσαρµοσµένο στην ελληνική πραγµατικότητα. Και ακριβώς όπως αυτό που συµβαίνει το 2012, όταν η ΙΜΑΚΟ καταρρέει µέσα στον γενικότερο αναβρασµό της ελληνικής οικονοµίας, έτσι και πριν από µία δεκαετία, ο Κωστόπουλος παρασύρθηκε από το γενικότερο κλίµα της αλόγιστης ευφορίας. Μνηµείο αυτού του κλίµατος, αλλά και της άρνησης του Πέτρου Κωστόπουλου να εκµεταλλευτεί τις ευκαιρίες εκείνου του πλαστού Ελντοράντο, είναι η έγγραφη προσφορά µιας τράπεζας για παραχώρηση µετοχών της ΙΜΑΚΟ. Το ποσόν ήταν 27 δισ. δραχµές.
Ενας από τους παλαιούς συνεργάτες του λέει για τον Πέτρο ότι «όσο και αν µεγάλωσε η ΙΜΑΚΟ, ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ καθαρόαιµος επιχειρηµατίας. Διατήρησε ένα προσωποπαγές καθεστώς, παραµένοντας πάντα κατ' ουσίαν αυτός που έπαιρνε όλες τις σηµαντικές αποφάσεις, ακόµη και όταν η εταιρεία είχε διογκωθεί τόσο ώστε να περιλαµβάνει πάνω από 10 περιοδικά και τρεις σταθµούς. Ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ, ούτε πρόκειται να υπάρξει, ιδιοκτήτης εταιρείας -πόσω µάλλον πρόεδρος εισηγµένης- που να επενδύει τόσο πολύ στα στελέχη του. ∆εν ήταν µόνον οι επαγγελµατικές ευκαιρίες, η ανέλιξη κ.λπ. Αυτό που ένοιαζε πάνω από όλα τον Πέτρο, ήταν η ατοµική βελτίωση των συνεργατών του -ιδίως των «µουτζαχεντίν»-, να ταξιδεύουν, να διευρύνονται οι ορίζοντές τους. Επίσης, δεν τον ενδιέφερε η τυπικότητα, θεωρούσε ότι οι δηµοσιογράφοι πρέπει να είναι «εκεί έξω». Ελεγε, µάλιστα, «όταν σας βλέπω στο γραφείο ξέρω ότι τεµπελιάζετε». Επιπλέον, πίστευε ότι καλή δουλειά κάνουν µόνον άνθρωποι που είναι ικανοποιηµένοι. Γι' αυτό πλήρωνε καλά.
Η γέννηση ενός κλάδου. ∆εν είναι καθόλου άστοχο να αποδοθεί στον Κωστόπουλο η γέννηση ενός ολόκληρου κλάδου, που σταδιακά και µέσω του ανταγωνισµού δηµιούργησε εκατοντάδες θέσεις εργασίας: Φωτογράφοι, στυλίστες, καλλιτέχνες µέικ-απ, κοµµωτές, βοηθοί παραγωγής κ.λπ. χρωστούν πολλά στο «Κλικ» – όπως και σε όσα περιοδικά προσπάθησαν να ακολουθήσουν τη συνταγή του. Και σαν να έπρεπε να υπάρξει πρώτα το µέσον και µετά το αντικείµενο, δηµιουργήθηκε ταυτόχρονα ένα ελληνικό «star system». Οι δηµοφιλείς καλλιτέχνες απέκτησαν υπόσταση, κίνησαν το ενδιαφέρον. Αυτό, µοιραία για µια τόσο µικρή κοινότητα όπως η ελληνική, οδήγησε στην ανακύκλωση των ίδιων προσώπων.


Αυτό που είτε χρεώνεται είτε πιστώνεται στον Π. Κωστόπουλο είναι ότι άλλαξε για πάντα την αισθητική του Τύπου στην Ελλάδα. Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο για τα έντυπα µετά το «Κλικ». Για το 1987, ένα περιοδικό που δανειζόταν ελεύθερα από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή αισθητική περιείχε φωτογραφήσεις µόδας και χρησιµοποιούσε την τρέχουσα γλώσσα των νέων, ήταν µια πραγµατική αποκάλυψη. Το «Κλικ» ήταν ο ίδιος ο Κωστόπουλος και η παρέα του, ήταν ριζοσπαστικό και ακοµπλεξάριστο, η στόχευσή του ήταν όµως ξεκάθαρα mainstream, κυνηγούσε το κυρίαρχο ρεύµα, όχι το περιθώριο.
Ο Κωστόπουλος ποτέ δεν ήταν το αφεντικό που κρυβόταν πίσω από γραµµατείς και διπλές πόρτες. Ως το τέλος της ΙΜΑΚΟ κυκλοφορούσε ανάµεσα στον κόσµο του γραφείου, µιλούσε -και ενίοτε τσακωνόταν- κυριολεκτικά µε τον καθένα.
Για όσους έγραφαν στα περιοδικά, η τυπική, ξύλινη γραφή ισοδυναµούσε µε αυτόµατη αποµάκρυνση. Η πάγια οδηγία του Κωστόπουλου ήταν «αλα Vanity Fair», απαιτούσε κάθε δηµοσίευµα να είναι µια µικρή ιστορία. «Vanity Fair», εκτός από τίτλος ενός σπουδαίου περιοδικού, σηµαίνει επίσης και πανηγύρι της µαταιοδοξίας. Κάποιοι εξέλαβαν την προτροπή σαν αναµέτρηση µε το αµερικανικό πρότυπο, κάποιοι άλλοι µε τη δεύτερη έννοια. Η µόνη εντολή «λογοκρισίας» που δόθηκε ποτέ από τον Κωστόπουλο ήταν στα λεγόµενα «δυσοίωνα» θέµατα. Η προσκόλλησή του στη φωτεινή πλευρά της ζωής ήταν ολοκληρωτική, σχεδόν εµµονική. Ο Κωστόπουλος λειτούργησε ο ίδιος σαν σηµαιοφόρος της απενοχοποίησης της ευζωΐας, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε έντονα.

Το σφάλµα του, όπως το παραδέχεται ο ίδιος, ήταν ότι για µια περίοδο πίστεψε πως ανήκει σε κύκλους ανθρώπων διαφορετικούς από αυτούς που του ταίριαζαν, έχασε την ελευθερία της αιχµηρής κριτικής. Παρότι το έβλεπε να του συµβαίνει, δεν κατάφερε να αποφύγει την αφοµοίωση, έγινε περισσότερο µέρος του συστήµατος παρά εκείνων που «έκραζαν» τα στραβά της υποκριτικής, νεόπλουτης νεοελληνικής νοοτροπίας της µεταπολίτευσης. Οι ηµέρες των πρώτων «Κλικ» έµειναν µια µακρινή ανάµνηση – µαζί µε τους φανατικούς που κατέβαιναν µεσάνυχτα στην Οµόνοια για να το αγοράσουν πριν εξαντληθεί.

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63622026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου